Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoard
01
συσσωρεύω, θησαυρίζω
to gather and store a large supply of food, money, etc., usually somewhere secret
Transitive: to hoard supplies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoard
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards
ενεστώτα μετοχή
hoarding
απλός αόριστος
hoarded
παθητική μετοχή
hoarded
Παραδείγματα
The survivalist hoarded canned food and water in a hidden bunker in preparation for a potential disaster.
Ο survivalist συσσωρεύει κονσέρβες και νερό σε ένα κρυφό bunker ως προετοιμασία για μια πιθανή καταστροφή.
Hoard
01
θησαυρός, απόθεμα
a hidden or carefully guarded collection of valuables, money, or other precious items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoards
Παραδείγματα
The archaeologists discovered a hoard of ancient coins.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν θησαυρό αρχαίων νομισμάτων.
Λεξικό Δέντρο
hoarder
hoarding
hoard



























