to hoard
Pronunciation
/ˈhɔɹd/

Ορισμός και σημασία του "hoard"στα αγγλικά

to hoard
01

συσσωρεύω, θησαυρίζω

to gather and store a large supply of food, money, etc., usually somewhere secret
Transitive: to hoard supplies
to hoard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoard
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoards
ενεστώτα μετοχή
hoarding
απλός αόριστος
hoarded
παθητική μετοχή
hoarded
Παραδείγματα
They are hoarding essential supplies in case of emergency.
Συσσωρεύουν απαραίτητα προμήθειες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
01

θησαυρός, απόθεμα

a hidden or carefully guarded collection of valuables, money, or other precious items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoards
Παραδείγματα
She revealed a hoard of letters dating back centuries.
Αποκάλυψε ένα θησαυρό επιστολών που χρονολογούνται από αιώνες πριν.

Λεξικό Δέντρο

hoarder
hoarding
hoard
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store