Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apostrophize
01
χρησιμοποιώ απόστροφο, βάζω απόστροφο
use an apostrophe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
apostrophize
γ΄ ενικό πρόσωπο
apostrophizes
ενεστώτα μετοχή
apostrophizing
απλός αόριστος
apostrophized
παθητική μετοχή
apostrophized
02
αποστροφιάζω, απευθύνομαι
to directly address someone or something in a passionate or emotional manner
Transitive: to apostrophize sb/sth
Παραδείγματα
In his poem, the poet apostrophizes the moon, expressing his longing for its silent companionship.
Στο ποίημά του, ο ποιητής αποστροφιάζει το φεγγάρι, εκφράζοντας την πόθωση για τη σιωπηλή του συντροφιά.
Λεξικό Δέντρο
apostrophize
apostrophe



























