Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to apostrophize
01
χρησιμοποιώ απόστροφο, βάζω απόστροφο
use an apostrophe
02
αποστροφιάζω, απευθύνομαι
to directly address someone or something in a passionate or emotional manner
Transitive: to apostrophize sb/sth
Παραδείγματα
In her diary, she apostrophized her deceased grandmother, sharing her innermost thoughts and feelings.
Στο ημερολόγιό της, απευθύνθηκε στη νεκρή γιαγιά της, μοιράζοντας τις πιο εσωτερικές της σκέψεις και συναισθήματα.
Λεξικό Δέντρο
apostrophize
apostrophe



























