apostate
a
ə
ē
pos
ˈpɒs
pos
tate
teɪt
teit
costate

Ορισμός και σημασία του "apostate"στα αγγλικά

01

αποστάτης, αποστατημένος

a person who abandons their political or religious belief often seen as a betrayal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apostates
Παραδείγματα
The apostate faced public condemnation for leaving the faith. 

Ο αποστάτης αντιμετώπισε δημόσια καταδίκη για την εγκατάλειψη της πίστης.

01

αποστάτης, αποστατημένος

no longer loyal to a religion, political group, or cause once followed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apostate
συγκριτικός βαθμός
more apostate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His apostate views alienated him from his former allies. 

Οι αποστάτες απόψεις του τον αποξένωσαν από τους πρώην συμμάχους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store