apoplexy
Pronunciation
/ˈæpəˌpɫɛksi/

Ορισμός και σημασία του "apoplexy"στα αγγλικά

01

αποπληξία, εγκεφαλικό

sudden unconsciousness caused by a blocked or burst blood vessel in the brain, cutting off its oxygen supply
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The patient's apoplexy was traced to a ruptured artery in the brain.
Η αποπληξία του ασθενούς αποδόθηκε σε σπασμένη αρτηρία στον εγκέφαλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store