apoplexy
a
ˈæ
ā
pop
pəp
pēp
lex
lɛk
lek
y
si
si

Ορισμός και σημασία του "apoplexy"στα αγγλικά

01

αποπληξία, εγκεφαλικό

sudden unconsciousness caused by a blocked or burst blood vessel in the brain, cutting off its oxygen supply 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The elderly man collapsed from apoplexy during dinner. 

Ο ηλικιωμένος άνδρας κατέρρευσε από αποπληξία κατά τη διάρκεια του δείπνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store