henchman
hench
ˈhɛnʧ
hench
man
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "henchman"στα αγγλικά

01

υποτακτικός, πληρωμένος

someone who faithfully supports a person in power and is willing to do things for them that are illegal or violent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
henchmen
αρσενικό ενικό
henchman
θηλυκό ενικό
henchwoman
neutral form
henchperson
Παραδείγματα
The crime lord's henchman carried out the orders without question, ensuring that his boss's interests were protected at any cost. 

Ο υποτακτικός του εγκληματία εκτέλεσε τις εντολές χωρίς ερωτήσεις, διασφαλίζοντας ότι τα συμφέροντα του αφεντικού του προστατεύονταν με κάθε κόστος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store