henhouse
hen
ˈhɛn
χεν
house
haʊs
χαουσ

Ορισμός και σημασία του "henhouse"στα αγγλικά

01

κοτέτσι, καταγωγείο πτηνού

a farm building for housing poultry 
henhouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
henhouses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

henhouse

hen

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store