Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hen
01
κότα, όρνιθα
a female chicken, kept for its meat or eggs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
hens
αρσενικό ενικό
rooster
θηλυκό ενικό
hen
neutral form
chicken
02
κότα, όρνιθα
any adult female fowl, especially a domestic one
03
θηλυκό ορισμένων υδρόβιων ζώων, θαλασσινή κότα
female of certain aquatic animals e.g. octopus or lobster
04
κότα, πτηνοτροφείο
flesh of an older chicken suitable for stewing
LanGeek



























