Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heedlessly
01
απερίσκεπτα, απρόσεκτα
without giving careful consideration or thought to what might happen
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He drove heedlessly through the red light, risking an accident.
Οδήγησε απερίσκεπτα μέσα από το κόκκινο φανάρι, διακινδυνεύοντας ένα ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
heedlessly
heedless
heed



























