Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heedlessly
01
απερίσκεπτα, απρόσεκτα
without giving careful consideration or thought to what might happen
Παραδείγματα
The child ran heedlessly into the street without looking.
Το παιδί έτρεξε απερίσκεπτα στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει.
Λεξικό Δέντρο
heedlessly
heedless
heed



























