Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heedless
01
απρόσεκτος, αδιάφορος
showing a lack of attention or care for potential consequences
Παραδείγματα
His heedless driving caused a minor accident.
Η απρόσεκτη οδήγησή του προκάλεσε ένα μικρό ατύχημα.
02
απρόσεκτος, αδιάφορος
marked by or paying little heed or attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heedless
συγκριτικός βαθμός
more heedless
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
heedlessly
heedlessness
heedless
heed



























