Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to heed
01
δίνω προσοχή σε, ακούω
to be attentive to advice or a warning
Transitive: to heed an advice or a warning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
heed
γ΄ ενικό πρόσωπο
heeds
ενεστώτα μετοχή
heeding
απλός αόριστος
heeded
παθητική μετοχή
heeded
Παραδείγματα
It's important to heed the advice of experienced hikers when trekking in unfamiliar terrain.
Είναι σημαντικό να δίνουμε προσοχή στις συμβουλές των έμπειρων πεζοπόρων όταν περπατάμε σε άγνωστο έδαφος.
Heed
01
προσοχή, σκέψη
careful attention or consideration, especially given to warnings, advice, or important details
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She gave no heed to the storm warnings on the radio.
Δεν έδωσε καμία προσοχή στις προειδοποιήσεις για καταιγίδα στο ραδιόφωνο.



























