Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anxious
01
ανήσυχος, ανxious
(of a person) feeling worried because of thinking something unpleasant might happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anxious
συγκριτικός βαθμός
more anxious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt anxious before her job interview, worrying about whether she would perform well.
Ένιωθε ανήσυχη πριν από τη συνέντευξη για δουλειά, ανησυχώντας μήπως δεν τα πάει καλά.
02
ανυπόμονος, ποθών
very eager to do something or wanting something very much
Παραδείγματα
She was anxious to start her new job and meet her colleagues.
Ήταν ανυπόμονη να ξεκινήσει τη νέα της δουλειά και να γνωρίσει τους συναδέλφους της.
Παραδείγματα
The anxious moments before the announcement were filled with tension.
Οι ανήσυχες στιγμές πριν από την ανακοίνωση ήταν γεμάτες ένταση.
Λεξικό Δέντρο
anxiously
anxiousness
overanxious
anxious
anx



























