anvil
Pronunciation
/ˈænvəɫ/

Ορισμός και σημασία του "anvil"στα αγγλικά

01

αμόνι, σφυράμβωνα

a heavy metal block used as a surface for shaping hot materials by hammering
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anvils
Παραδείγματα
A sturdy anvil is essential for forging durable tools.
Ένα γερό αμόνι είναι απαραίτητο για τη σφυρηλάτηση ανθεκτικών εργαλείων.
02

αμόνι, ένκους

the middle bone in the chain of three tiny ossicles in the middle ear, located between the hammer and the stirrup
Παραδείγματα
The anvil plays a key role in the auditory process.
Ο αμόνι παίζει βασικό ρόλο στη διαδικασία της ακοής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store