Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hanker
01
λαχταρώ, ποθώ
to have a strong, persistent desire for something
Transitive: to hanker for sth | to hanker after sth
Linking Verb: to hanker to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
hanker
γ΄ ενικό πρόσωπο
hankers
ενεστώτα μετοχή
hankering
απλός αόριστος
hankered
παθητική μετοχή
hankered
Παραδείγματα
We often hanker after the simplicity of childhood.
Συχνά λαχταρούμε για την απλότητα της παιδικής ηλικίας.
Λεξικό Δέντρο
hankering
hanker



























