half-witted
Pronunciation
/hˈæfwˈɪɾᵻd/

Ορισμός και σημασία του "half-witted"στα αγγλικά

half-witted
01

ηλίθιος, βλάκας

lacking intelligence or common sense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most half-witted
συγκριτικός βαθμός
more half-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The half-witted character in the comedy provided plenty of laughs with his clumsy antics.
Ο ηλίθιος χαρακτήρας στην κωμωδία παρείχε πολλά γέλια με τις αδέξιες κινήσεις του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store