half-witted
half
hɑ:fwɪtɪd
χαφουιτιντ
witted

Ορισμός και σημασία του "half-witted"στα αγγλικά

half-witted
01

ηλίθιος, βλάκας

lacking intelligence or common sense 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most half-witted
συγκριτικός βαθμός
more half-witted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intelligence, cognition, behavior
Παραδείγματα
His half-witted remarks during the meeting made everyone question his understanding of the topic. 

Οι ηλίθιες παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκαναν όλους να αμφισβητήσουν την κατανόησή του για το θέμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store