gutless
gut
ˈgʌt
gat
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "gutless"στα αγγλικά

01

δειλός, άτολμος

showing a lack of bravery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gutless
συγκριτικός βαθμός
more gutless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, evaluation
Παραδείγματα
His gutless reaction to the challenge made it clear he wasn’t up to the task. 

Η δειλή του αντίδραση στην πρόκληση έκανε σαφές ότι δεν ήταν στο ύψος του καθήκοντος.

02

δειλός, αδύναμος

weak in willpower, courage or vitality 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gutlessness
gutless
gut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store