Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gutless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gutless
συγκριτικός βαθμός
more gutless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, evaluation
Παραδείγματα
His gutless reaction to the challenge made it clear he wasn’t up to the task.
Η δειλή του αντίδραση στην πρόκληση έκανε σαφές ότι δεν ήταν στο ύψος του καθήκοντος.
02
δειλός, αδύναμος
weak in willpower, courage or vitality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gutlessness
gutless
gut



























