gutsy
gut
ˈgʌt
gat
sy
si
si
gusty
gutsier

Ορισμός και σημασία του "gutsy"στα αγγλικά

01

θαρραλέα, τολμηρή

exhibiting bravery and resolve when confronted with challenges or danger; bold and unrestrained 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gutsiest
συγκριτικός βαθμός
gutsier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her gutsy decision to start a business in a competitive market paid off. 

Η τολμηρή απόφασή της να ξεκινήσει μια επιχείρηση σε ένα ανταγωνιστικό αγορά απέδωσε.

Λεξικό Δέντρο

gutsiness
gutsy
guts
gut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store