Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gut
Παραδείγματα
The surgeon made an incision through the abdomen to access the gut during the intestinal surgery.
Ο χειρούργος έκανε μια τομή μέσα από την κοιλιά για να αποκτήσει πρόσβαση στο έντερο κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης στο έντερο.
02
θάρρος, κουράγιο
(always plural) determination to face danger, difficulty, or fear
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guts
Παραδείγματα
He finally found the guts to propose.
Βρήκε επιτέλους το θάρρος να κάνει πρόταση γάμου.
03
έντερο, χορδή από φυσικά ίνες εντέρου
a type of string or cord made from the natural fibers found in the intestines of animals, often used in sports equipment like tennis rackets or musical instruments
Παραδείγματα
The tennis racket was strung with natural gut for improved performance.
Το ρακέτι τένις ήταν πλαισιομένο με φυσικό έντερο για βελτιωμένη απόδοση.
04
κανάλι, στενό
a narrow passage of water, typically connecting two larger bodies or cutting through land, often with strong currents
Παραδείγματα
The boat navigated carefully through the rocky gut between the islands.
Το σκάφος πλοήγησε προσεκτικά μέσα από τη βραχώδη στενότητα μεταξύ των νησιών.
to gut
01
εξαγριώνω, καθαρίζω
to remove the internal organs or intestines, typically from an animal, often for food preparation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gut
γ΄ ενικό πρόσωπο
guts
ενεστώτα μετοχή
gutting
απλός αόριστος
gutted
παθητική μετοχή
gutted
Παραδείγματα
She guts the fish before grilling it over the fire to ensure it cooks evenly.
Αυτή εξαφαιρεί τα εντόσθια του ψαριού πριν το ψήσει στη φωτιά για να διασφαλίσει ότι θα μαγειρευτεί ομοιόμορφα.
02
καταστρέφω το εσωτερικό, καίω το εσωτερικό
to ruin the interior of a structure or vehicle, often through intense fire or damage, leaving only the outer shell intact
Παραδείγματα
The blaze gutted the warehouse, leaving nothing but charred walls.
Η πυρκαγιά κατέστρεψε την αποθήκη, αφήνοντας μόνο καμμένους τοίχους.
Λεξικό Δέντρο
gutless
guts
gut



























