gutsy
Pronunciation
/ˈɡətˈsi/
gutsier

Ορισμός και σημασία του "gutsy"στα αγγλικά

01

θαρραλέα, τολμηρή

exhibiting bravery and resolve when confronted with challenges or danger; bold and unrestrained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gutsiest
συγκριτικός βαθμός
gutsier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They embarked on a gutsy adventure, exploring uncharted territories.
Ξεκίνησαν μια τολμηρή περιπέτεια, εξερευνώντας αχαρτογράφητα εδάφη.

Λεξικό Δέντρο

gutsiness
gutsy
guts
gut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store