grudge
grudge
grʌʤ
graj
grungegradge

Ορισμός και σημασία του "grudge"στα αγγλικά

01

μνησικακία, πικρία

a deep feeling of anger and dislike toward someone because of what they did in the past 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grudges
Παραδείγματα
She still held a grudge against her colleague for taking credit for her work. 

Κρατούσε ακόμα μνησικακία εναντίον της συναδέλφου της γιατί πήρε την ευθύνη για τη δουλειά της.

to grudge
01

δέχομαι απρόθυμα, παραδέχομαι απρόθυμα

accept or admit unwillingly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
grudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
grudges
ενεστώτα μετοχή
grudging
απλός αόριστος
grudged
παθητική μετοχή
grudged
02

κατατρέφω μνησικακία, φυλάω μνησικακία

bear a grudge; harbor ill feelings 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store