grudge
Pronunciation
/ˈɡɹədʒ/

Ορισμός και σημασία του "grudge"στα αγγλικά

01

μνησικακία, πικρία

a deep feeling of anger and dislike toward someone because of what they did in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grudges
Παραδείγματα
She tried to forgive, but the grudge from the betrayal lingered.
Προσπάθησε να συγχωρέσει, αλλά η μνησικακία από την προδοσία παρέμεινε.
to grudge
01

δέχομαι απρόθυμα, παραδέχομαι απρόθυμα

accept or admit unwillingly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
grudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
grudges
ενεστώτα μετοχή
grudging
απλός αόριστος
grudged
παθητική μετοχή
grudged
02

κατατρέφω μνησικακία, φυλάω μνησικακία

bear a grudge; harbor ill feelings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store