Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grouchy
01
γκρινιάρης, ευερέθιστος
irritable or in a bad mood, often complaining or showing impatience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grouchiest
συγκριτικός βαθμός
grouchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was grouchy after not getting enough sleep.
Ήταν γκρινιάρης αφού δεν κοιμήθηκε αρκετά.
Λεξικό Δέντρο
grouchily
grouchy
grouch



























