grouchy
grou
ˈgraʊ
graw
chy
ʧi
chi
slouchy

Ορισμός και σημασία του "grouchy"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, ευερέθιστος

irritable or in a bad mood, often complaining or showing impatience 
grouchy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
grouchiest
συγκριτικός βαθμός
grouchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was grouchy after not getting enough sleep. 

Ήταν γκρινιάρης αφού δεν κοιμήθηκε αρκετά.

Λεξικό Δέντρο

grouchily
grouchy
grouch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store