Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grooming
01
περιποίηση, προσωπική φροντίδα
the activity of keeping tidy and neat by brushing hair, keeping clothes clean, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
εκπαίδευση, προπόνηση
activity leading to skilled behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
grooming
groom



























