groin
groin
grɔɪn
γκροϊν
/ˈɡrɔɪn/

Ορισμός και σημασία του "groin"στα αγγλικά

01

κυματοθραύστης, αποβάθρα

a structure of stone, concrete, or timber extending from a shore into the water to prevent erosion and retain sand
groin definition and meaning
Παραδείγματα
Groins are often spaced at regular intervals along the beach.
Τα κυματοθραύστες συχνά τοποθετούνται σε τακτά διαστήματα κατά μήκος της παραλίας.
02

βουβώνας, μεσάζον

the place where the legs join the front part of the body, including the region of the sex organs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
groins
Παραδείγματα
The boxer wore protective padding around his groin during the match to minimize the risk of injury.
Ο πυγμάχος φορούσε προστατευτικό επένδυση γύρω από τη βουβωνική χώρα κατά τη διάρκεια του αγώνα για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο τραυματισμού.
03

διασταύρωση θόλου, ακμή θόλου

a curved edge or junction formed where two vaults intersect
Παραδείγματα
The engineer examined the stress along the groins of the arch.
Ο μηχανικός εξέτασε την τάση κατά μήκος των ενώσεων του τόξου.
to groin
01

κατασκευάζω προβλήτες, ενσωματώνω προβλήτες

to construct or incorporate groins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
groin
γ΄ ενικό πρόσωπο
groins
ενεστώτα μετοχή
groining
απλός αόριστος
groined
παθητική μετοχή
groined
Παραδείγματα
Workers groined the vaults during restoration.
Οι εργάτες groin τους θόλους κατά την αποκατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store