Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Groin
01
κυματοθραύστης, αποβάθρα
a structure of stone, concrete, or timber extending from a shore into the water to prevent erosion and retain sand
Παραδείγματα
Groins are often spaced at regular intervals along the beach.
Τα κυματοθραύστες συχνά τοποθετούνται σε τακτά διαστήματα κατά μήκος της παραλίας.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
groins
Παραδείγματα
The boxer wore protective padding around his groin during the match to minimize the risk of injury.
Ο πυγμάχος φορούσε προστατευτικό επένδυση γύρω από τη βουβωνική χώρα κατά τη διάρκεια του αγώνα για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο τραυματισμού.
03
διασταύρωση θόλου, ακμή θόλου
a curved edge or junction formed where two vaults intersect
Παραδείγματα
The engineer examined the stress along the groins of the arch.
Ο μηχανικός εξέτασε την τάση κατά μήκος των ενώσεων του τόξου.
to groin
01
κατασκευάζω προβλήτες, ενσωματώνω προβλήτες
to construct or incorporate groins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
groin
γ΄ ενικό πρόσωπο
groins
ενεστώτα μετοχή
groining
απλός αόριστος
groined
παθητική μετοχή
groined
Παραδείγματα
Workers groined the vaults during restoration.
Οι εργάτες groin τους θόλους κατά την αποκατάσταση.



























