to gobble
Pronunciation
/ˈɡɑbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "gobble"στα αγγλικά

to gobble
01

καταβροχθίζω, τρώω απληστία

to eat something quickly and greedily, often making loud and rapid swallowing sounds
Transitive: to gobble food
to gobble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobbles
ενεστώτα μετοχή
gobbling
απλός αόριστος
gobbled
παθητική μετοχή
gobbled
Παραδείγματα
In a rush, she had to gobble her lunch before the meeting.
Στη βιασύνη, έπρεπε να καταβροχθίσει το μεσημεριανό της πριν από τη συνάντηση.
02

κρώζω, κοκορίζω

to make a rapid, throaty, and guttural noise made in a series of gurgling clucks sound
Intransitive
Παραδείγματα
The old turkey gobbled loudly, warning the others of an approaching threat.
Ο γέρος γαλοπούλα κουκουρίζει δυνατά, προειδοποιώντας τους άλλους για μια επερχόμενη απειλή.
01

κακαρίσμα, ήχος του γαλοπούλα

the characteristic sound made by a turkey cock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gobbles

Λεξικό Δέντρο

gobbler
gobble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store