Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gobble
01
καταβροχθίζω, τρώω απληστία
to eat something quickly and greedily, often making loud and rapid swallowing sounds
Transitive: to gobble food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobbles
ενεστώτα μετοχή
gobbling
απλός αόριστος
gobbled
παθητική μετοχή
gobbled
Παραδείγματα
The children tend to gobble their candy as soon as they get it on Halloween.
Τα παιδιά τείνουν να καταβροχθίζουν τις καραμέλες τους μόλις τις πάρουν στο Χαλογουίν.
02
κρώζω, κοκορίζω
to make a rapid, throaty, and guttural noise made in a series of gurgling clucks sound
Intransitive
Παραδείγματα
The turkey gobbled loudly in the yard, announcing its presence.
Η γαλοπούλα κουκουρίζει δυνατά στην αυλή, ανακοινώνοντας την παρουσία της.
Gobble
01
κακαρίσμα, ήχος του γαλοπούλα
the characteristic sound made by a turkey cock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gobbles
Λεξικό Δέντρο
gobbler
gobble



























