Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Giving
01
δωρεά
the act of giving
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
δωρεά, δώρο
disposing of property by voluntary transfer without receiving value in return
03
δωρεά, μετάδοση
the imparting of news or promises etc.
giving
01
γενναιόδωρος, ανιδιοτελής
willing to provide or share something, often in a generous or selfless way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most giving
συγκριτικός βαθμός
more giving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her giving spirit inspired others to volunteer.
Το δωρητικό πνεύμα της ενέπνευσε άλλους να εργαστούν εθελοντικά.
Λεξικό Δέντρο
misgiving
giving
give



























