giving
gi
ˈgɪ
γκι
ving
vɪng
βινγκ
/ɡˈɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "giving"στα αγγλικά

01

δωρεά

the act of giving
giving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δωρεά, δώρο

disposing of property by voluntary transfer without receiving value in return
03

δωρεά, μετάδοση

the imparting of news or promises etc.
01

γενναιόδωρος, ανιδιοτελής

willing to provide or share something, often in a generous or selfless way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most giving
συγκριτικός βαθμός
more giving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her giving spirit inspired others to volunteer.
Το δωρητικό πνεύμα της ενέπνευσε άλλους να εργαστούν εθελοντικά.

Λεξικό Δέντρο

misgiving
giving
give
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store