Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antecedent
01
προκάτοχος, προηγούμενος
something that comes before another in time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antecedents
Παραδείγματα
The steam engine was an important antecedent of modern trains.
Η ατμομηχανή ήταν ένας σημαντικός προκάτοχος των σύγχρονων τρένων.
02
ένας μακρινός πρόγονος, ένας πρόγονος
a distant ancestor, typically earlier than a grandparent
Παραδείγματα
His antecedents came from a small village in Ireland.
Οι πρόγονοί του προέρχονταν από ένα μικρό χωριό στην Ιρλανδία.
03
προηγούμενο, πρόδρομος
a word, phrase, or clause that is mentioned prior to a pronoun or anaphoric expression and to which the pronoun or anaphor refers
Παραδείγματα
In "Mary lost her book," "Mary" is the antecedent of "her."
Στο «Mary lost her book», το «Mary» είναι ο προηγούμενος του «her».
antecedent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The antecedent events led to a significant shift in public opinion.
Τα προηγούμενα γεγονότα οδήγησαν σε μια σημαντική μεταβολή στη δημόσια γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
antecedent
antecede



























