Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anteater
01
μυρμηγκοφάγος, ταμαντούα
a tropical mammal with a long tail, snout and tongue that feeds on ants or other insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anteaters



























