Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anomalous
01
ανώμαλος, ασυνήθιστος
not consistent with what is considered to be expected
Παραδείγματα
Anomalous results in the survey led researchers to question their methodology.
Τα ανώμαλα αποτελέσματα στην έρευνα οδήγησαν τους ερευνητές να αμφισβητήσουν τη μεθοδολογία τους.
Λεξικό Δέντρο
anomalously
anomalousness
anomalous



























