anomia
a
ə
ē
no
ˈnəʊ
new
mia
miə
miē
anoxiaanemiaanosmiaanopia

Ορισμός και σημασία του "anomia"στα αγγλικά

01

ανομία, τυπογένος της οικογένειας Anomiidae: σαγματοστρείδια

type genus of the family Anomiidae: saddle oysters 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anomias
02

ανομία, δυσκολία στην εύρεση λέξεων

a difficulty or impairment in word finding or word retrieval 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store