Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to anoint
01
χρίω, αγιάζω
to apply oil, ointment, or a similar substance in a religious or ceremonial act
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
anoint
γ΄ ενικό πρόσωπο
anoints
ενεστώτα μετοχή
anointing
απλός αόριστος
anointed
παθητική μετοχή
anointed
Παραδείγματα
By the time the ceremony ended, the minister had anointed all the newborns with consecrated oil.
Μέχρι να τελειώσει η τελετή, ο ιερέας είχε χρίσει όλα τα νεογέννητα με αγιασμένο λάδι.
02
χρίω, διορίζω
to choose whom an important position or job will be given to, generally done by a person of power
Παραδείγματα
In ancient times, religious leaders would anoint kings as a sign of divine approval.
Στους αρχαίους χρόνους, οι θρησκευτικοί ηγέτες έχριαν τους βασιλιάδες ως σημάδι θεϊκής έγκρισης.
Λεξικό Δέντρο
anointer
anointing
anointment
anoint



























