Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annoying
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing slight anger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most annoying
συγκριτικός βαθμός
more annoying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, perception
Παραδείγματα
The annoying sound of construction outside disrupted her concentration.
Ο ενοχλητικός ήχος της κατασκευής έξω διέκοψε τη συγκέντρωσή της.
Annoying
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
annoyings
Παραδείγματα
The constant noise from traffic became a source of annoying for the residents.
Ο συνεχής θόρυβος από την κυκλοφορία έγινε πηγή ενόχλησης για τους κατοίκους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
annoyingly
annoying
annoy



























