Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annoying
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing slight anger
Παραδείγματα
The annoying buzzing of mosquitoes kept them awake all night.
Το ενοχλητικό βουητό των κουνούπιων τους κράτησε ξύπνιους όλη τη νύχτα.
Annoying
Παραδείγματα
The annoying of people talking loudly in the theater ruined the movie experience.
Η ενόχληση από ανθρώπους που μιλούν δυνατά στο θέατρο κατέστρεψε την εμπειρία της ταινίας.
Λεξικό Δέντρο
annoyingly
annoying
annoy



























