annoyed
a
ə
ē
nnoyed
ˈnɔɪd
noyd
discoidsteroiddevoidconoid

Ορισμός και σημασία του "annoyed"στα αγγλικά

01

ενοχλημένος, εκνευρισμένος

feeling slightly angry or irritated 
annoyed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most annoyed
συγκριτικός βαθμός
more annoyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt annoyed when her computer froze in the middle of her work. 

Αισθάνθηκε ενοχλημένη όταν ο υπολογιστής της πάγωσε στη μέση της δουλειάς της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store