Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
annoyed
01
ενοχλημένος, εκνευρισμένος
feeling slightly angry or irritated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most annoyed
συγκριτικός βαθμός
more annoyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt annoyed when her computer froze in the middle of her work.
Αισθάνθηκε ενοχλημένη όταν ο υπολογιστής της πάγωσε στη μέση της δουλειάς της.
Λεξικό Δέντρο
annoyed
annoy



























