animosity
a
ˌæ
αι
ni
να
mo
ˈmɑ
μα
si
σα
ty
ti
τι
British pronunciation
/ˌænɪmˈɒsɪti/

Ορισμός και σημασία του "animosity"στα αγγλικά

01

εχθρότητα, εχθρική διάθεση

strong hostility, opposition, or anger
example
Παραδείγματα
She could n't hide her animosity when they were forced to collaborate.
Δεν μπορούσε να κρύψει την εχθρότητά της όταν αναγκάστηκαν να συνεργαστούν.

Λεξικό Δέντρο

animosity
anime
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store