animosity
a
ˌæ
ā
ni
ni
mo
ˈmɒ
mo
si
si
ty
ti
ti
animality

Ορισμός και σημασία του "animosity"στα αγγλικά

01

εχθρότητα, εχθρική διάθεση

strong hostility, opposition, or anger 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
There was long-standing animosity between the two families stemming from a property dispute decades ago. 

Υπήρχε μια μακρόχρονη εχθρότητα μεταξύ των δύο οικογενειών που προέκυψε από μια διαφορά για ιδιοκτησία πριν από δεκαετίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

animosity
anime
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store