aniseed
a
ˈæ
ā
ni
ni
seed
si:d
sid

Ορισμός και σημασία του "aniseed"στα αγγλικά

01

γλυκάνισο, σπόροι γλυκάνισου

the small, aromatic seeds of the anise plant used as a spice or flavoring agent 
aniseed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I stirred a spoonful of ground aniseed into my hot chocolate. 

Ανακάτεψα μια κουταλιά αλεσμένο γλυκάνισο στο ζεστό σοκολάτο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store