Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Animator
01
αниматор, δημιουργός κινουμένων σχεδίων
a person who creates moving images, such as cartoons, using various techniques and software
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
animators
02
εμψυχωτής, ενεργοποιητής
someone who imparts energy and vitality and spirit to other people
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
animator
animate
anim



























