Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Furlough
01
προσωρινή άδεια, άδεια
a temporary leave of absence from military duty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furloughs
02
άδεια, προσωρινή άδεια
a temporary release of a convict from prison
Παραδείγματα
He was granted a furlough to attend his daughter's wedding.
Του χορηγήθηκε άδεια για να παραστεί στο γάμο της κόρης του.
to furlough
01
χορηγώ άνευ αποδοχών άδεια, στέλνω σε προσωρινή άδεια
to grant an employee a temporary leave of absence, often without pay, due to economic reasons, company restructuring, or other circumstances beyond their control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furlough
γ΄ ενικό πρόσωπο
furloughs
ενεστώτα μετοχή
furloughing
απλός αόριστος
furloughed
παθητική μετοχή
furloughed
Παραδείγματα
The company furloughs some of its employees during the slow season to manage costs more effectively.
Η εταιρεία απολύει προσωρινά χωρίς αποδοχές κάποιους από τους υπαλλήλους της κατά την περίοδο της ύφεσης για να διαχειριστεί τα κόστη πιο αποτελεσματικά.
02
χορηγώ άδεια, αποστέλλω σε άδεια
grant a leave to



























