Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Furcula
01
furcula, δικράνιο οστό
a forked bone formed by the fusion of the clavicles of most birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
furculae



























