Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to furbish
01
γυαλίζω, καθαρίζω
to clean, refine, and shine something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furbish
γ΄ ενικό πρόσωπο
furbishes
ενεστώτα μετοχή
furbishing
απλός αόριστος
furbished
παθητική μετοχή
furbished



























