to furbish
fur
ˈfɜ:
bish
bɪʃ
bish
furnish

Ορισμός και σημασία του "furbish"στα αγγλικά

to furbish
01

γυαλίζω, καθαρίζω

to clean, refine, and shine something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furbish
γ΄ ενικό πρόσωπο
furbishes
ενεστώτα μετοχή
furbishing
απλός αόριστος
furbished
παθητική μετοχή
furbished

Λεξικό Δέντρο

refurbish
furbish
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store