frump
frump
frʌmp
framp
flump

Ορισμός και σημασία του "frump"στα αγγλικά

01

μια ατημέλητη γυναίκα, μια μη ελκυστική γυναίκα

a dowdy, unattractive, or unfashionable woman 
frump definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
frumps
θηλυκό ενικό
frump
Παραδείγματα
The frump avoided mirrors during her depressed phase. 

Η ατημέλητη γυναίκα απέφευγε τους καθρέφτες κατά τη φάση της κατάθλιψής της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

frumpish
frumpy
frump
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store