fruitful
fruit
ˈfru:t
froot
ful
fʊl
fool
fretful

Ορισμός και σημασία του "fruitful"στα αγγλικά

01

καρποφόρος, παραγωγικός

productive and leading to positive outcomes or results 
fruitful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fruitful
συγκριτικός βαθμός
more fruitful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting was fruitful, leading to new ideas and solutions. 

Η συνάντηση ήταν καρποφόρα, οδηγώντας σε νέες ιδέες και λύσεις.

02

γόνιμος, παραγωγικός

producing a large amount of crops or harvest 
Παραδείγματα
The apple tree in our backyard is so fruitful that we share baskets of apples with our neighbors every fall. 

Η μηλιά στην πίσω αυλή μας είναι τόσο καρποφόρα που μοιραζόμαστε καλάθια με μήλα με τους γείτονές μας κάθε φθινόπωρο.

Λεξικό Δέντρο

fruitfully
fruitfulness
unfruitful
fruitful
fruit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store