frivolous
fri
ˈfrɪ
fri
vo
lous
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "frivolous"στα αγγλικά

01

επιπόλαιος, βαθύς

having a lack of depth or concern for serious matters 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frivolous
συγκριτικός βαθμός
more frivolous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His frivolous attitude towards his studies often landed him in trouble with his teachers. 

Η επιπόλαιη στάση του απέναντι στις σπουδές του τον έφερνε συχνά σε μπελάδες με τους δασκάλους του.

02

επιπόλαιος, βαθύς

lacking in significance or value 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
The company's frivolous policies regarding employee benefits led to dissatisfaction among the staff. 

Οι επιπόλαιες πολιτικές της εταιρείας σχετικά με τα οφέλη των υπαλλήλων οδήγησαν σε δυσαρέσκεια μεταξύ του προσωπικού.

Λεξικό Δέντρο

frivolously
frivolousness
frivolous
frivol
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store