to abound
a
ə
ē
bound
ˈbaʊnd
bawnd
around

Ορισμός και σημασία του "abound"στα αγγλικά

to abound
01

αφθονώ, υπάρχω σε αφθονία

to be plentiful or to exist in large quantities 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abound
γ΄ ενικό πρόσωπο
abounds
ενεστώτα μετοχή
abounding
απλός αόριστος
abounded
παθητική μετοχή
abounded
Παραδείγματα
Wildflowers abound in the meadow during the spring, painting the landscape with vibrant colors. 

Τα αγριολούλουδα αφθονoύν στο λιβάδι κατά την άνοιξη, ζωγραφίζοντας το τοπίο με ζωηρά χρώματα.

02

αφθονώ, κινώ

be in a state of movement or action 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store