to abound
Pronunciation
/əˈbaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "abound"στα αγγλικά

to abound
01

αφθονώ, υπάρχω σε αφθονία

to be plentiful or to exist in large quantities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abound
γ΄ ενικό πρόσωπο
abounds
ενεστώτα μετοχή
abounding
απλός αόριστος
abounded
παθητική μετοχή
abounded
Παραδείγματα
Next year, the orchard will abound with apples, promising a plentiful yield for the apple harvest festival.
Τον επόμενο χρόνο, ο οπωρώνας θα αφθονεί σε μήλα, υπόσχεται μια άφθονη σοδειά για το φεστιβάλ συγκομιδής μήλων.
02

αφθονώ, κινώ

be in a state of movement or action
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store