Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abound
01
αφθονώ, υπάρχω σε αφθονία
to be plentiful or to exist in large quantities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
abound
γ΄ ενικό πρόσωπο
abounds
ενεστώτα μετοχή
abounding
απλός αόριστος
abounded
παθητική μετοχή
abounded
Παραδείγματα
Wildflowers abound in the meadow during the spring, painting the landscape with vibrant colors.
Τα αγριολούλουδα αφθονoύν στο λιβάδι κατά την άνοιξη, ζωγραφίζοντας το τοπίο με ζωηρά χρώματα.
02
αφθονώ, κινώ
be in a state of movement or action
Λεξικό Δέντρο
abounding
abound



























