Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aboriginal
01
αβορίγινας, ιθαγενής
a member of an original population native to a particular land, especially before colonization or outside influence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aboriginals
Παραδείγματα
The museum features art by Aboriginal Australians.
Το μουσείο παρουσιάζει τέχνη από Αβορίγινες της Αυστραλίας.
aboriginal
01
γηγενής, αυτόχθων
(of things or beings) existed in a particular region from the very beginning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancient artifacts discovered in the cave provide evidence of aboriginal life in the region.
Τα αρχαία αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στη σπηλιά παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία για την αυτόχθονη ζωή στην περιοχή.
02
γηγενής, ιθαγενής
related to people who were the very first to live in a particular region
Παραδείγματα
The aboriginal inhabitants of the island have a rich cultural history dating back thousands of years.
Οι αυτόχθονες κάτοικοι του νησιού έχουν μια πλούσια πολιτιστική ιστορία που χρονολογείται χιλιάδες χρόνια πίσω.



























