frayed
frayed
freɪd
φρειντ
/fɹˈe‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "frayed"στα αγγλικά

01

ξεφτισμένος, κουρελιασμένος

worn or unraveled due to use or age
Παραδείγματα
She held onto the frayed rope, hoping it would hold long enough to pull her to safety.
Κρατήθηκε από το φθαρμένο σχοινί, ελπίζοντας ότι θα κρατήσει αρκετά για να την τραβήξει σε ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store