frayed
frayed
freɪd
freid
framed

Ορισμός και σημασία του "frayed"στα αγγλικά

01

ξεφτισμένος, κουρελιασμένος

worn or unraveled due to use or age 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frayed
συγκριτικός βαθμός
more frayed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The frayed cuffs of his jacket showed years of wear and tear. 

Οι φθαρμένες μανσέτες του σακάκου του έδειχναν χρόνια φθοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store