fraud
fraud
frɔ:d
frawd
freud

Ορισμός και σημασία του "fraud"στα αγγλικά

01

απατεώνας, δόλιος

a criminal who deceives people for financial interest or personal advantage 
fraud definition and meaning
Παραδείγματα
The fraud convinced many people to invest in a non-existent business scheme. 

Ο απατεώνας έπεισε πολλούς ανθρώπους να επενδύσουν σε ένα ανύπαρκτο επιχειρηματικό σχέδιο.

02

απάτη, δολιότητα

the act of cheating in order to make illegal money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frauds
Παραδείγματα
He was arrested for fraud after it was discovered that he had been falsifying financial records for years. 

Συνελήφθη για απάτη αφού ανακαλύφθηκε ότι παραποίησε οικονομικά αρχεία για χρόνια.

03

απάτη, εξαπάτηση

something intended to deceive 
Παραδείγματα
The insurance company uncovered a fraud where claims were falsified to obtain money. 

Η ασφαλιστική εταιρεία αποκάλυψε μια απάτη όπου τα αιτήματα παραποιήθηκαν για να αποκτήσουν χρήματα.

04

απατεώνας, ιμπρεσάριο

a person who deceives people by acting nicely or pretending to be someone they are not 
Παραδείγματα
The fraud was caught after pretending to be a wealthy investor. 

Ο απατεώνας πιάστηκε αφού προσποιήθηκε ότι είναι πλούσιος επενδυτής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store