Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fracas
01
συμπλοκή, καυγάς
a noisy fight or argument involving multiple people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fracases
Παραδείγματα
A fracas broke out in the bar after someone spilled a drink.
Ξέσπασε ένας καβγάς στο μπαρ αφού κάποιος έρινε ένα ποτό.



























