Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fractious
01
ευερέθιστος, οξύθυμος
easily getting annoyed, angry, or upset
Παραδείγματα
Lack of sleep often makes her quite fractious by the afternoon.
Η έλλειψη ύπνου συχνά την κάνει αρκετά ευέξαπτη το απόγευμα.
02
ασταθής, δυσλειτουργικός
prone to malfunction, disruption, or instability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fractious
συγκριτικός βαθμός
more fractious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Managing a fractious team requires patience and flexibility.
Η διαχείριση μιας δύστροπης ομάδας απαιτεί υπομονή και ευελιξία.
03
ανυπότακτος, απείθαρχος
unruly, defiant, or unwilling to submit to rules or leadership
Παραδείγματα
The fractious student refused to follow classroom rules.
Ο δύστροπος μαθητής αρνήθηκε να ακολουθήσει τους κανόνες της τάξης.



























