Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fractured
01
σπασμένος, ραγισμένος
(typically of bones or solid objects) broken or cracked
Παραδείγματα
He underwent surgery to repair the fractured skull caused by the fall.
Υποβλήθηκε σε εγχείρηση για να επιδιορθωθεί το σπασμένο κρανίο που προκλήθηκε από την πτώση.
Λεξικό Δέντρο
fractured
fracture



























