Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fragment
01
θρυμματίζομαι, σπάω σε μικρά κομμάτια
to break into smaller pieces
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fragment
γ΄ ενικό πρόσωπο
fragments
ενεστώτα μετοχή
fragmenting
απλός αόριστος
fragmented
παθητική μετοχή
fragmented
Παραδείγματα
Glass fragments easily when dropped.
Το γυαλί θρυμματίζεται εύκολα όταν πέσει.
Fragment
01
θραύσμα, κομμάτι
a small piece or part that has broken off from a larger whole, often referring to objects or materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fragments
Παραδείγματα
The archaeologist carefully examined each fragment of pottery found at the excavation site.
Ο αρχαιολόγος εξέτασε προσεκτικά κάθε θραύσμα κεραμικής που βρέθηκε στον τόπο ανασκαφής.
02
θραύσμα, κομμάτι
an incomplete or unfinished part of something, especially a text, idea, or structure
Παραδείγματα
The poem survives only in a short fragment.
Το ποίημα επιβιώνει μόνο σε ένα σύντομο απόσπασμα.
Λεξικό Δέντρο
fragmented
fragment



























