Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fragment
01
θρυμματίζομαι, σπάω σε μικρά κομμάτια
to break into smaller pieces
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fragment
γ΄ ενικό πρόσωπο
fragments
ενεστώτα μετοχή
fragmenting
απλός αόριστος
fragmented
παθητική μετοχή
fragmented
Παραδείγματα
By this time next year, the old bridge will be fragmenting due to natural wear.
Μέχρι αυτή την εποχή του επόμενου έτους, η παλιά γέφυρα θα αρχίσει να θρυμματίζεται λόγω φυσικής φθοράς.
Fragment
01
θραύσμα, κομμάτι
a small piece or part that has broken off from a larger whole, often referring to objects or materials
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fragments
Παραδείγματα
The detective found fragments of glass near the broken window, indicating a break-in.
Ο ντετέκτιβ βρήκε θραύσματα γυαλιού κοντά στο σπασμένο παράθυρο, υποδεικνύοντας διάρρηξη.
02
θραύσμα, κομμάτι
an incomplete or unfinished part of something, especially a text, idea, or structure
Παραδείγματα
The essay read like a fragment rather than a complete argument.
Το δοκίμιο διαβάστηκε σαν θραύσμα παρά σαν πλήρες επιχείρημα.
Λεξικό Δέντρο
fragmented
fragment



























